Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
4 / 6 / 2020

Γενικά, δεν θέλω να μπλέκω τη λογοτεχνία με την πραγματικότητα· προτιμώ να τα κρατάω χωριστά, το καθένα στην περιοχή του. Μου μοιάζει με άγος το να τα μπλέκεις. Θέλω να πω: είναι χυδαίο, δεν είναι; Εις βάρος της λογοτεχνίας κυρίως. Είναι σαν μόλυνση.

Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις που αυτό έρχεται τελείως φυσικά και δεν μπορείς να το αποφύγεις· ή δεν θέλεις επειδή είναι κάτι που αισθάνεσαι ότι ταιριάζει. Και δεν μιλάω μόνο για όταν η πραγματικότητα εισβάλει στη λογοτεχνία (με κάποια ιδέα, συνήθως) αλλά κι όταν η λογοτεχνία εισβάλει στην πραγματικότητα.

Για παράδειγμα, ένας χαρακτήρας που έγραφα πάντα έστριβε τα τσιγάρα του (είναι ο Ζαώδριλ ο Σκοτωμένος από το Απομεινάρηδες και Ζωντανοί Νεκροί αν αναρωτιέστε), και σκέφτηκα Μήπως έχει δίκιο τελικά; Μέχρι τότε δεν κάπνιζα στριφτό τσιγάρο. Το δοκίμασα, και από τότε το «κανονικό» τσιγάρο μού φαίνεται σαν καμένο χαρτί· το καπνίζω μόνο όταν βαριέμαι να στρίψω.

Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα, μαζί με περίεργη σύμπτωση ίσως, είναι με τον κορονοϊό. Στην ιστορία που γράφω τελευταία είχα ήδη αποφασίσει ότι μέσα στην πλοκή θα υπάρχει ένα νοσοκομείο με διεφθαρμένους γιατρούς, και είχα διάφορες ιδέες για το τι μπορεί να έκαναν αυτοί οι γιατροί. Είχα ήδη αποφασίσει για κάτι, αλλά είχε περάσει από το μυαλό μου και ένας ιός: το είχα όμως αφήσει κατά μέρους αυτό γιατί μου είχε φανεί αρκετά κλισέ.

Και μετά, έπεσε ο κορονοϊός. Το όλο πράγμα που γράφω έδεσε σωστά μες στο μυαλό μου. Αυτό ήταν, γαμώτο! Αυτό ήταν. Ένας ιός, μια πανδημία: μια πανούκλα εξαπλωμένη σε πολλούς, ελεγχόμενη από λίγους. Ένα κάρο ιδέες κατευθείαν.

Και, όχι, δεν είναι παρωδία του κορονοϊού· δεν γράφω παρωδίες, τις αποφεύγω σαν... πανούκλα. Είναι απλώς μια κατάσταση μέσα στην ιστορία που γράφω. Ο καταραμένος κορονοϊός έφτασε μέχρι και στο βιβλίο μου· αλλά δεν νομίζω πως εκεί τα επακόλουθά του είναι αρνητικά. Μου έδωσε ακριβώς εκείνο που ήθελα, τη στιγμή που το ήθελα.

Ξεκάθαρη εισβολή της πραγματικότητας στη λογοτεχνία· αλλά αφομοιωμένη. Σαν τον κατακτητή που έρχεται στα μέρη σου και τελικά καταντάει να γίνεται δικός σου πολεμιστής επειδή τον μεθάς με το κρασί σου και με τις γυναίκες σου.

Αλλά αυτό το βιβλίο μου δεν θα έχετε τη δυνατότητα να το διαβάσετε σύντομα. Όχι πως θ’αργήσω τόσο να το τελειώσω, αλλά τώρα, όπως βλέπετε, δημοσιεύω τα τελευταία βιβλία των Κρυφών Όπλων της Πόλης, και εκεί τελειώνει ο δεύτερος κύκλος του Θρυμματισμένου Σύμπαντος και θα κάνουμε ένα μεγάλο διάλειμμα προτού δημοσιεύσω τίποτ’ άλλο, γιατί έχω ήδη δημοσιεύσει αρκετά βιβλία για μια δεκαετία, νομίζω.

Οπότε, σκέφτομαι ότι, αν είμαι ακόμα ζωντανός και δημοσιεύσω τελικά το βιβλίο που γράφω τώρα, ίσως να μη θυμούνται πια τον κορονοϊό και να μπορούν να κάνουν τη σύγκριση αυτοί που θα το διαβάσουν. Βασικά, ελπίζω να μη θυμούνται πλέον τον κορονοϊό· ελπίζω να τον έχουν ξεχάσει τελείως, να έχει πάει, αυτός και οι θιασώτες του, εκεί απ’όπου ήρθαν. Επομένως, το βιβλίο μου απλά θα συμπεριλαμβάνει μια κατάσταση με ελεγχόμενη πανδημία που πολλοί μπορεί να θεωρήσουν και τελείως φανταστική...

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]